ΑΡΘΡΟ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΟΒΙΑ

‘Θα γίνω ρεζίλι’, ‘θα φανώ γελοίος/α’, ‘όλοι θα καταλάβουν ότι δεν αξίζω’, είναι μερικές από τις σκέψεις που βασανίζουν τα άτομα που πάσχουν από Κοινωνική Φοβία. Το φυσιολογικό άγχος που νιώθουν οι άνθρωποι όταν χρειάζεται να εκτεθούν σε κοινωνικές περιστάσεις, όπως για παράδειγμα να δώσουν μια ομιλία, να κάνουν νέες γνωριμίες, να βγουν για φαγητό με φίλους ή να φλερτάρουν, παίρνει δραματικές διαστάσεις και έτσι δραστηριότητες που φυσιολογικά μπορεί να αποτελούσαν ακόμα και πηγή χαράς μετατρέπονται σε πραγματικό εφιάλτη. Τα άτομα αυτά κατακλύζονται από φόβους ότι θα κάνουν λάθη, θα έχουν γενικά χαμηλή επίδοση και θα βιώσουν σωματικά συμπτώματα (πχ. θα κοκκινίσουν από ντροπή ή θα ιδρώσουν) που θα αποκαλύψουν το άγχος τους.
Τι ακριβώς είναι η κοινωνική φοβία ; Βασικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής φοβίας είναι ο υπερβολικός και παράλογος φόβος των καταστάσεων στις οποίες η παρουσία ή η συμπεριφορά του ατόμου ενδέχεται να αποτελεί αντικείμενο προσοχής ή/και κριτικής από άλλους. Ο φόβος αυτός είναι συνέπεια των αρνητικών προσδοκιών του ατόμου ότι θα αποδοκιμαστεί, θα ντροπιαστεί ή θα γελοιοποιηθεί. Οι καταστάσεις αυτές προκαλούν σχεδόν πάντα υπερβολικό άγχος που συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα και μπορεί ακόμα και να προκαλέσει μια κρίση πανικού. Το άτομο προτιμά να αποφεύγει τις επίφοβες κοινωνικές περιστάσεις ή τις υπομένει με έντονο άγχος. Η κοινωνική φοβία χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: την ειδική κοινωνική φοβία, στην οποία το άτομο νιώθει φόβο σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως πχ. να μιλήσει μπροστά σε κοινό ή να συνδιαλεχτεί με άτομα κύρους, και τη γενικευμένη κοινωνική φοβία, στην οποία το άτομο νιώθει φόβο για την κριτική όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πληθώρα κοινωνικών καταστάσεων.
Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι 3-13% του γενικού πληθυσμού θα παρουσιάσει κοινωνική φοβία κατά τη διάρκεια της ζωής, συνεπώς η κοινωνική φοβία αποτελεί συχνό πρόβλημα στο χώρο της ψυχικής υγείας.
Πώς δημιουργείται και πώς συντηρείται; Βιολογικοί, κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες συντελούν στην εμφάνιση της διαταραχής αυτής. Οι πυρηνικοί φόβοι των κοινωνικοφοβικών ατόμων ότι θα απορριφθούν, θα επικριθούν ή θα ταπεινωθούν όταν εκτεθούν στην παρατήρηση ή την κριτική τρίτων μπορεί να συνιστά αποτέλεσμα μιας ψυχοτραυματικής εμπειρίας του παρελθόντος (πχ αίσθημα ταπείνωσης από σχόλια συμμαθητών), ή αποτέλεσμα μάθησης μέσω της παρατήρησης και της μίμησης της συμπεριφοράς κάποιου προτύπου (πχ μίμηση του γονέα). Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από την κατάσταση, ιδιαίτερα σημαντικό είναι πως οι αρνητικές ερμηνείες του ατόμου για τον εαυτό του είναι εκείνες που επιφέρουν τα αρνητικά συναισθήματα. Ταυτόχρονα, η υιοθέτηση αποφευκτικής συμπεριφοράς, αν και ανακουφίζει βραχυπρόθεσμα, εντούτοις ενισχύει την αντίληψη του ατόμου ότι δεν είναι ικανό να τα καταφέρει και μακροπρόθεσμα συντελεί στη διατήρηση της διαταραχής.
Ποιες είναι οι συνέπειες; Οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής μπορεί να είναι βαρύτατες και καθοριστικές, καθώς η αποφυγή καθημερινών καταστάσεων που προκαλούν άγχος απορυθμίζει τη λειτουργικότητα σε πολλές προσωπικές, κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Παραδείγματα αποτελούν προβλήματα στη σχολική επίδοση, στη δημιουργία νέων φιλικών σχέσεων, στην αναζήτηση συντρόφου, στην εύρεση εργασίας και στην παραγωγικότητα. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να υπάρχουν δυσκολίες στην επίτευξη βασικών στόχων στη ζωή, κοινωνική απομόνωση, και οικονομικά προβλήματα.
Τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω τον εαυτό μου; Προσπαθήστε να αξιολογήστε αν οι σκέψεις που κάνετε είναι ρεαλιστικές (πχ. σκέψη: ‘σίγουρα θα αποτύχω στις προφορικές εξετάσεις και θα γίνω ρεζίλι στον καθηγητή μου’. Τι αποδείξεις έχω ότι ισχύει αυτό που σκέφτηκα; Θα μπορούσε να συμβεί κάτι άλλο; Αν υποθέσω ότι η σκέψη μου αληθεύει, ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να μου συμβεί;). Καταγράψετε τις συνθήκες εκείνες στις οποίες νιώθετε υπερβολικό άγχος και τείνετε να αποφεύγετε. Βάλτε μικρούς-συγκεκριμένους-εφικτούς στόχους ξεκινώντας από τις καταστάσεις που σας προκαλούν το λιγότερο άγχος (πχ. προγραμματίστε να κάνετε ένα τηλεφώνημα σε ένα οικείο πρόσωπο). Μπορείτε επίσης να απευθυνθείτε σε κάποιον ειδικό επαγγελματία ψυχικής υγείας.